Η γερμανική Σοσιαλδημοκρατία του Schulz και το στοίχημα της κοινωνικής δικαιοσύνης 

Μαυροζαχαράκης Εμμανουήλ

Πολιτικός Επιστήμονας –Κοινωνιολόγος

 

Ανεξάρτητα από τις δημοσκοπήσεις  οι οποίες  είναι πολύ σχετικές, η εποχή της αυταπάρνησης  για την γερμανική σοσιαλδημοκρατία  φαίνεται να έχει τελειώσει  από την στιγμή που ανέλαβε τα ηνία τουως   υποψήφιος για την  καγκελαρία..  Με τον Schulz oι  Γερμανοί  σοσιαλδημοκράτες φαίνεται να έχουν  ανακτήσει την κοινωνική   γλώσσα η οποία του διέκρινε  παραδοσιακά. Αυτό δείχνει τουλάχιστον η  πρόθεση του να έρθει σε ρήξη με σημαντικά ζητήματα που αφορούν την εκσυγχρονιστική  Ατζέντα 2010, προκαλώντας  έντονες διαμαρτυρίες  στο στρατόπεδο των  επιχειρηματιών. H  αξίωσή αυτή μαζί με τις δηλώσεις  Schulz ότι δεν προτίθεται  παριστάνει τον συνοδοιπόρο  των  σύγχρονων  αφεντικών, αλλά να είναι  ένας φίλος για  τους μικρούς ανθρώπους καθιστά πιο αξιόπιστη την διάθεση του για μεταρρυθμίσεις με κοινωνικό πρόσημο .                                       Μεταξύ των εξαγγελιών του  Martin Schulz συγκαταλέγεται και η  πλήρης επένδυση  του τρέχον πλεονάσματος  του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού που ανέρχεται στο ποσό των 15 δισεκατομμυρίων ευρώ στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, στις υποδομές και  στην περίθαλψη. Χωρίς να θεωρεί την μείωση του δημόσιου χρέους μεμπτή υπόθεση, ο υποψήφιος καγκελάριος τονίζει το έλλειμμα δημοσίων επενδύσεων που αρχίζει να εμφανίζεται σε όλους τους τομείς στην Γερμανία και ιδιαίτερα στις υποδομές και στην εκπαίδευση.  Αυτές και άλλες εξαγγελίες επέφεραν για τους Σοσιαλδημοκράτες μετά από πολύ καιρό  κάποια άνοδο  τόσο στις δημοσκοπήσεις όσο και στις εγγραφές μελών.                       Οι Χριστιανοδημοκράτες από την μεριά τους  έχουν  προειδοποιηθεί. Η ατζέντα που έχει ανοίξει ο Schulz δίνει στους συντηρητικούς λιγότερα ερείσματα για να διεισδύσουν στους κόλπους της εκλογικής τους πελατείας.                                                              Υπενθυμίζεται ότι  Schröder,  με την πολιτική του Τρίτου Δρόμου και της Ατζέντας 2010 κατάφερε να διεισδύσει με το SPD στα μεσαία  και ανώτερα κοινωνικά  στρώματα  υπερβαίνοντας κατά πολύ  την εκλογική  βάση του 20 % στην οποία είχε καθηλωθεί   το κόμμα του  προγενέστερα. Το αντίτιμο  αυτής της εκλογικής επιτυχίας ήταν μία μακροχρόνια  δεξιά μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό  επέτρεψε στους Χριστιανοδημοκράτες για μεγάλο   χρονικό διάστημα να πιστωθούν την δυσαρέσκεια  της παραδοσιακής εκλογικής βάσης της σοσιαλδημοκρατίας παριστάνοντας την εναλλακτική λύση  του μικρότερου κακού.                 Δεν εκπλήσσει επομένως ότι οι Χριστιανοδημοκράτες της Merkel  επαινούν  με κάθε ευκαιρία την πολιτική  Schröder  της ατζέντας Ατζέντα 2010,  ζητώντας από τον Schulz   να διατηρήσει την κοινωνική πολιτική της αντιμεταρρύθμισης .                                                     Το αριστερό κόμμα PDS  από την άλλη  νοιώθει  άβολα  διότι η πολιτική του  Schröder,  είχε αποξενώσει   έναν μεγάλο αριθμό   Σοσιαλδημοκρατών από το SPD, δημιουργώντας  έτσι τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της αριστεράς σε κόμμα εξουσίας.    Με την αλλαγή πλεύσης από τον Schulz  για λογαριασμό  του SPD, η Αριστερά  ανησυχεί  μήπως χάσει το μονοπώλιο διεκδίκησης της «κοινωνικής δικαιοσύνης» από το  SPD.                        Ακόμα και οι λαϊκιστές της Εναλλακτικής για την Γερμανία (AFD) ανησυχούν  μήπως η  διαμάχη των Σοσιαλδημοκρατών με την αριστερά για  το ποιός είναι σε θέση να διεκδικήσει καλύτερα την κοινωνική δικαιοσύνη και να λειτουργήσει ως  γνήσιος εκφραστής  των μη προνομιούχων, μετατοπίσει συνολικά την ατζέντα του δημόσιου ενδιαφέροντας καθιστώντας το εμπόριο του φόβου γύρω από τον  κίνδυνο εξισλαμισμού και την κατάπτωση της δύσης δευτερεύουσα υπόθεση . Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο είναι προφανές ότι  το  AfD θα αναγκαζόταν να εκδηλώσει φανερά τις τάσεις του  ριζοσπαστισμού της αγοράς και του αντισοσιαλισμού  από τις οποίες εν γένει  εμφορείται, αποκαλύπτοντας την καθεστωτική του φύση.                                                                                                                                        Σε κάθε περίπτωση πάντως το SPD είχε να βιώσει μία τέτοια  ξαφνική θετική  αλλαγή  της εκλογικής  διάθεσης ,  από το καλοκαίρι του 2005. Τότε το SPD συνήλθε από το σοκ της Ατζέντας 2010 το οποίο το είχε ρίξει στις εκλογικές προτιμήσεις στο 26% και ανήλθε  μέσα σε λίγες εβδομάδες στο 34%.    Με μια αύξηση της εκλογικής προτίμησης από το 20% στο  31%, τα πρόσφατα κέρδη του SPD στην εκλογική  προτίμηση είναι  κάπως υψηλότερα σε σχέση με το  καλοκαίρι του 2005. Το SPD ωστόσο εξακολουθεί να παραμένει πολύ πίσω από την εκλογική κορύφωση του 34 % την οποία είχε φτάσει τότε.                             Βεβαίως υπάρχει η ρεαλιστική πιθανότητα η Merkel να κερδίσει τις εκλογές.   Τότε  η επάνοδο της σοσιαλδημοκρατίας στις σταθερές της αξίες θα χρειαστεί να θυσιαστεί στο όνομα της πολιτικής σταθερότητας , δηλαδή στο όνομα της συνέχειας του   μεγάλου συνασπισμού   μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών και Χριστιανοδημοκρατών. Αυτό όμως δεν θα αποτελούσε εξαπάτηση των ψηφοφόρων αφού οι ίδιες οι δημοσκοπήσεις που καταγράφουν μία σαφέστατη  άνοδο για το SPD  με τον Schulz, καταγράφουν επίσης την αμείωτη υποστήριξη των ψηφοφόρων προς τον μεγάλο συνασπισμό.                                                                                                           Παραδόξως λοιπόν μία ουσιαστική  σοσιαλδημοκρατική πολιτική θεμελιωμένη στην κοινωνική δικαιοσύνη φαίνεται να είναι εξίσου δημοφιλής όπως ο μεγάλος συνασπισμός ο οποίος  ταυτίζεται με ανασταλτικές δημοσιονομικές πολιτικές και την περικοπή του κοινωνικού κράτους.                                                            Η νέα ηγεσία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας εγκλωβίζεται  επομένως από μία θεμελιώδη  αντίφαση. Από την μία πλευρά υπάρχει μία διάχυτη απαίτηση  για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και από την άλλη ο φόβος ότι κάθε πιθανή αλλαγή  θα μπορούσε να επιφέρει ακόμα περισσότερη αδικία και ανισότητα.    Αφενός  ο Schulz  δεν διαθέτει την ώθηση του εκλογικού σώματος να εγκαταλείψει τον μεγάλο συνασπισμό όπως είχε συμβεί το 1969 με τον Willy Brandt, και αφετέρου απουσιάζει  το  πολιτικό όραμα μίας  μεγάλης αφήγησης  κοινωνικής δικαιοσύνης.  Παρά αυτές τις ελλείψεις   ο Schulz προσελκύει  κόσμο. Αυτό  δείχνει ότι μετά από πολλά χρόνια πραγματικών η υποκειμενικά αντιληπτών κρίσεων το εκλογικό σώμα έχει χαμηλώσει  δραστικά τις απαιτήσεις του.   Έχοντας ζήσει μέσα από την δεξιά στροφή  της σοσιαλδημοκρατίας  όπως εκφράστηκε μέσα από τον Τρίτο Δρόμο ο οποίος αποτέλεσε το νήμα της κεντροαριστεράς προς ένα καλύτερο μέλλον, το εκλογικό σώμα πλέον αντιλαμβάνεται την σχετική   κοινωνική στροφή υπό τον Schulz ως πραγματική τομή.      Υπενθυμίζεται ότι μετά την γερμανική ενοποίηση η οικονομία της ανατολικής Γερμανίας ως επί τω πλείστον καταστράφηκε και το κοινωνικό κράτος της Γερμανίας οδηγήθηκε στα όρια της χρεοκοπίας προκειμένου να εξομαλύνει την κατάσταση εξαθλίωσης του ανατολικού πληθυσμού και να δημιουργήσει συνθήκες σύγκλισης με την δυτική Γερμανία. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν  να θεωρηθεί το μοντέλο αναδιανομής που είχε εισάγει ο Brand ως αναχρονιστικό.                                                        Το δημόσιο χρέος , η ασφάλιση κατά της ανεργίας και οι συλλογικές συμβάσεις θεωρήθηκαν ξαφνικά ως σοβαρά ανταγωνιστικά  μειονεκτήματα στην  παγκόσμια αγορά στην οποία  μετά την  πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και το άνοιγμα της Κίνας η προσφορά εργασίας διπλασιάστηκε δια νυκτός.                                    Ο  Schröder υποσχέθηκε μία πολιτικά ρυθμισμένη παγκοσμιοποίηση ,έξω  από την λογική του  υπερχρεωμένου κράτους πρόνοιας,  έξω από την λογική του κρατισμού και υπέρ της λεγόμενης εργασιακής ευελιξίας (flexibility) και λιγότερο υπέρ της ευελισφάλειας ( flexicurity). Στην κατεύθυνση αυτή η κυβέρνηση Schröder     υλοποίησε ορισμένες από τις πιο σκληρές  αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας (μεταρρυθμίσεις Hartz IV) οι οποίες εν μέρει  κόστισαν στους Σοσιαλδημοκράτες την εξουσία υπό την έννοια ότι οι ψηφοφόροι του μετατοπίστηκαν προς το νέο τότε  αριστερό κόμμα το οποίο είχε  πρωτοφανή εκλογική άνοδο  στις συνακόλουθες  γενικές εκλογές.

Το βασικό στοιχείο  αυτών των μεταρρυθμίσεων ήταν η συγχώνευση των επιδομάτων ανεργίας και κοινωνικής πρόνοιας. Το  «επίδομα ανεργίας ΙΙ» εξισώθηκε με το επίδομα πρόνοιας το οποίο   αντιστοιχεί σε 345 ευρώ το μήνα συν επίδομα στέγασης. Κατά το πρώτο έτος της ανεργίας (ή μετά από 1 ½ έτος)  όσοι είναι  άνω των 55 ετών λαμβάνουν το  60 έως 67% του προηγούμενου μισθού τους και μετά από αυτό το διάστημα γίνονται  δικαιούχοι του επιδόματος ανεργίας II. Οι άνεργοι που διαθέτουν υψηλές αποταμιεύσεις και  ασφάλεια ζωής δεν μπορούν να ενταχθούν στο  επίδομα ανεργίας ΙΙ  πριν εξαντλήσουν τα διαθέσιμα  χρήματα τους. Επιπλέον, δεν είναι επιλέξιμοι  για ενίσχυση, εφόσον έχουν στενούς συγγενείς που μπορούν να πληρώσουν για τα προς το ζην τους . Σημαντικό είναι επίσης ότι  οι άνεργοι μπορούν να αναγκαστούν να αποδεχτούν  μια θέση εργασίας, ακόμα και αυτή δεν  επαρκεί για να καλύψει βασικά έξοδα διαβίωσης  και δεν αντιστοιχεί  στα προσόντα τους .

Με τις μεταρρυθμίσεις Schröder, η Γερμανία  πρακτικά αποχώρησε  κατά  ένα μεγάλο μέρος από το λεγόμενο  μοντέλο  «ευελιξίας με ασφάλεια» (flexicurity). Η βασική ιδέα του μοντέλου αυτού το οποίο ευδοκίμησε πρώτα στην Δανία είναι να διατηρήσει ένα  υψηλό επίπεδο κινήτρων για τους ανέργους  μέσω της υψηλής επιδότησης   (έως 90% του προηγούμενου μισθού) για προσπάθειες βελτίωσης της εργασιακής βιογραφίας και των δεξιοτήτων  μέσω εκπαίδευσης  και κατάρτισης. Η υψηλή επιχορήγηση  επιτρέπει στους ανέργους  να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο και να χρησιμοποιήσουν το χρόνο τους για να βελτιώσουν  τα επαγγελματικά τους προσόντα και επομένως να επανενταχθούν πιο εύκολα στην αγορά εργασίας.. Αντίθετα, το  γερμανικό μοντέλο  Schröder σήμαινε   ότι οι άνεργοι έπρεπε  να εγκαταλείψουν την ασφάλεια  ζωής τους και τα  ιδιωτικά συνταξιοδοτικά τους  προγράμματα , έτσι ώστε στην ηλικία συνταξιοδότησης να αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης. Επιπλέον τα κίνητρα βελτίωσης των δεξιοτήτων δεν είναι επαρκή.

Την ίδια στιγμή βέβαια δεν χαλάρωσε η νομοθεσία για την προστασία απολύσεων.  Το αποτέλεσμα ήταν  ότι οι εργοδότες δεν προχωρούσαν σε σημαντικές νέες προσλήψεις . Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις  μεσαίου μεγέθους  αισθάνθηκαν δραστικά  τις αρνητικές συνέπειες αυτής της πολιτικής.

Οι  σοσιαλδημοκράτες  προσπάθησαν – και όχι μόνο στη Γερμανία – να συγχωνεύσουν στο όνομα του Τρίτου Δρόμου  κοινωνικές δυνάμεις που πραγματικά δεν είναι συμβατές μεταξύ τους.    Η παραδοσιακή  εργατική τάξη ή τέλος πάντων ό, τι είχε απομείνει από αυτή μετά από χρόνια εξορθολογισμού και διαρθρωτικών  αλλαγών, ήλπιζε  να διασφαλίσει  τα κοινωνικά της κεκτημένα   έναντι του ανταγωνισμού των χαμηλών μισθών. Η νέα μεσαία τάξη επιχείρησε  να εξασφαλίσει το μερίδιό της στις χρηματιστικές και χρηματιστηριακές  οικονομικές συναλλαγές ή ακόμα και να αποτελέσει τον πυρήνα  μίας αστικής τάξης της ηλιακής και εναλλακτικής ενέργειας  στην διαδοχή των βιομηχανικών βαρόνων και των τεχνοκρατών της ατομικής ενέργειας.                                                                                                                 Αυτή ακριβώς  η μεσαία τάξη υποστήριξε την δραστική μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και τη συνολική φορολογική απαλλαγή των κερδοσκοπικών εισοδημάτων κάτι που αργά η γρήγορα δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα εσόδων στον ήδη χρεωμένο γερμανικό, κρατικό προϋπολογισμό. Με την  ύφεση του 2001, το πρόβλημα επιδεινώθηκε και οδήγησε στην Ατζέντα 2010, η οποία έφερε μια  σχετική αποσύνδεση των μισθών από  τα επιδόματα ανεργίας, πυροδοτώντας  ευρέως διαδεδομένες ανησυχίες για το μέλλον ακόμα και σε  υψηλότερες μισθολογικές  ομάδες.       Όλα αυτά έφεραν   μαζικές εκλογικές απώλειες για το SPD και οδήγησαν στην  ίδρυση του Αριστερού Κόμματος PDS.                                                                     Η μεγάλη δημοτικότητα που απολαμβάνει ο μεγάλος συνασπισμός στην Γερμανία ανάγεται εν μέρει στο γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να προβεί σε σκληρές και αντιδημοφιλείς μεταρρυθμίσεις και πολιτικές αφού τις είχε κάνει η προγενέστερη κυβέρνηση ο Schröder. Στο σημείο αυτό τίθεται το εύλογο ερώτημα κατά πόσο είναι διατεθειμένος ο Schulz να παραμείνει στην λογική του Τρίτου Δρόμου.

Ως βουλευτής ,πρόεδρος και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των Σοσιαλδημοκρατών στο  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο Schulz  δεν εκδηλώθηκε ιδιαίτερα ως αντίπαλος της Ατζέντα 2010, ούτε  κατήγγειλε  την συναίνεση της νεοφιλελεύθερης ελίτ των  Βρυξελλών υπερασπιζόμενος την διεκδίκηση  ενός  ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.                                                                                Είναι βέβαια αληθές ότι ο ίδιος τάχθηκε υπέρ της χρήσης  ευρωομολόγων και ενός   ευρωπαϊκού ταμείου  εξαγοράς και απόσβεσης του χρέους καθώς επίσης υπέρ μιας ήπιας γραμμής στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα. Με αυτή την στάση ωστόσο δεν ανήκε  στο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων της ΕΕ σε μία μειονότητα αλλά σε μία αρκετά διαδεδομένη γραμμή.                                                                    Όσον αφορά την κούρσα των εκλογών για την καγκελαρία της  παγκόσμιας πρωταθλήτριας εξαγωγών   Γερμανίας ο Schulz  διατήρησε  τις ευρωκεντρικές του γραμμές και εστιάζει την εκστρατεία του γύρω από το θέμα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Στον αντίποδα όμως οι πιέσεις της οικονομίας είναι τεράστιες. Ανεξάρτητα από την προσωπικότητα και το κόμμα η πρόκληση έγκειται για έναν σοσιαλδημοκράτη στον συγκερασμό   μεταξύ των απαιτήσεων των ψηφοφόρων για   περισσότερη  κοινωνική δικαιοσύνη και  ασφάλεια, με την ταυτόχρονη οικονομική  εξάρτηση της Γερμανίας από εξαγωγικά πλεονάσματα η οποία έχει φτάσει πλέον στα όρια του εθισμού.                                                                                                               Το γεγονός άλλωστε ότι η Γερμανία πέρασε καλύτερα μέσα από την κρίση των τελευταίων ετών,  έγκειται εν μέρει στην  μαζική εξαγωγή της ανεργίας, στις περικοπές της κοινωνικής προστασίας  και στις  μισθολογικές πιέσεις σε άλλες χώρες.

Ανάμεσα στην  μεγάλη πλειοψηφία η οποία αισθάνεται στην Γερμανία ότι δεν έχει υποβαθμιστεί  οικονομικά επικρατεί  το συναίσθημα  ότι για άλλη μια φορά γλίτωσε από την κατολίσθηση. Ο φόβος όμως αυτής της μεγάλης κοινωνικής ομάδας ότι θα μπορούσε να εισέλθει   σε  μια εξίσου σκληρή πορεία κατολίσθησης  στην επόμενη κρίση όπως αυτοί που περιθωριοποιήθηκαν στην ίδια την χώρα ή στην  Ελλάδα και  έχασαν τη σύνδεσή τους με την κοινωνική πραγματικότητα είναι υπαρκτός.                Στο σύνολό της, η εκλογική προτίμηση στις  δημοσκοπήσεις για τους Σοσιαλδημοκράτες του SPD και τους Χριστιανοδημοκράτες του CDU χρόνια τώρα κυμαίνεται γύρω στο 60 % διαψεύδοντας εκείνους που κάνουν λόγω για το τέλος των πολυσυλλεκτικών κομμάτων.                                                                                       Η πολιτική σταθερότητα φαίνεται επομένως  εγγυημένη στην Γερμανία υπό την έννοια ότι εάν οι ψήφοι  δεν είναι αρκετοί για μια καθαρή   κεντροαριστερά ή κεντροδεξιά κυβέρνηση τότε υπάρχει η δυνατότητα  συνέχισης του μεγάλου συνασπισμού.  Εντούτοις όμως κοινωνική βάση  εύρεσης μίας  πολιτικής πλειοψηφίας είναι εύθραυστη. Τα άγρια ​​σκαμπανεβάσματα των μικρότερων κομμάτων , πού προσανατολίζονται  κυρίως προς την  μεσαία τάξη είναι μια ένδειξη πόσο ρευστό είναι το τοπίο στον χώρο των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων.

Τον Φεβρουάριο του 2009 οι εκλογικές έρευνες για παράδειγμα έδειχναν για το Φιλελεύθερο Κόμμα  FDP  ένα ποσοστό εκλογικής προτίμησης της τάξεως του  18%.  Το κόμμα αυτό πέτυχε τελικά στις συνακόλουθες  εκλογές του Σεπτεμβρίου   σχεδόν 15% . Μετά από αυτές τις εκλογές ωστόσο το FDP  εξαφανίστηκε στην εκλογική λήθη.                                                                                                                                                 Άλλο ένα παράδειγμα είναι οι Οικολόγοι –Πράσινοι. Υπό την επήρεια των  επιπτώσεων  της κρίσης του ευρώ, της  πυρηνικής καταστροφής στη Φουκουσίμα και της Αραβικής Άνοιξης, οι Πράσινοι ξεπέρασαν  το SPD τον Μάρτιο του 2011 προσωρινά και έφτασαν σε  ποσοστά αποδοχής της τάξεως του 28%. Σήμερα κυμαίνονται στο 7-8%. Στην απογείωση  των Πρασίνων ακολούθησε τη σύντομη άνοδο των Πειρατών που πού έπαιρναν το  Μάιο του  2012 στις δημοσκοπήσεις γύρω στο  13%,  στις εκλογές όμως  του 2013,έπεσαν πάλι   κάτω από το όριο του 5% . Το νέο φαινόμενο εκλογικής απογείωσης είναι σήμερα το  AFD, το  οποίο  έφτασε στο  13% πλησιάζοντας το ποσοστό που έχε φτάσει το κόμμα της αριστεράς τον Ιούνιο του  2008  ένα χρόνο μετά την ίδρυσή του. Σήμερα η Αριστερά κυμαίνεται σε  ένα ποσοστό γύρω στο  8% χωρίς μεγάλες προοπτικές ανόδου. Προφανώς η αριστερά δεν έχει καταφέρει να δέσει μόνιμα τους ψηφοφόρους  στο κατώτερο άκρο της εισοδηματικής κλίμακας τους οποίους είχε κερδίσει  κατά τα πρώτα έτη της ίδρυσης της. Εντούτοις η  επιθυμία για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και ασφάλεια είναι ευρέως διαδεδομένη κάτι που φαίνεται  από την διαφαινόμενη εκλογική  απογείωση   Schulz.                                                                                            Το σενάριο να συγκυβερνήσουν οι Σοσιαλδημοκράτες με την αριστερά μάλλον  είναι αβέβαιο. Όμως  το SPD και το Αριστερό Κόμμα αντιμετωπίζουν κοινό  πρόβλημα. Ούτε το ένα κόμμα ούτε το άλλο  έχουν   βρει τον τρόπο  να μετατρέψουν σε πολιτική πλειοψηφία το ζήτημα της  κοινωνικής δικαιοσύνης  το οποίο όπως δείχνουν οι  έρευνες είναι  πολύ δημοφιλές θέμα. Ακόμα περισσότερο τα δύο κόμματα δεν έχουν βρει ακόμα τον τρόπο να υλοποιήσουν μία πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης ενάντια στην αντίσταση των επιχειρήσεων και ενός μέρους των μεσαίων στρωμάτων.