«MAGIC DE SPELL ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΑΓΙΚΑ»

εξειδικευμένα μαθήματα για την εισαγωγή στα Πρότυπα Πειραματικά Λύκεια (κλικ εδώ)

Φιλολογικό Σπουδαστήριο “Γιώργος Δαμιανός”
Με ειδικότητα στο μάθημα της Έκθεσης – Έκφρασης

α. Ολιγομελή τμήματα: Μαρούσι – Αγία Παρασκευή
β. Οnline μαθήματα (με βιντεοσυνδιάσκεψη) σε οποιοδήποτε σημείο της Ελληνικής Επικράτειας
γ. Μαθήματα Ελληνικών για τους απόδημους. Εξετάσεις ομογενών (ακόμα και με βιντεοσυνδιάσκεψη) κλικ εδώ

24grammata.com/ τραγούδι

Δείτε τη συνέντευξη, που παραχώρησαν οι Magic De Spell στο 24grammata.com κλικ εδώ

επιλογή τραγουδιών των magic de spell εδώ

«MAGIC DE SPELL ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΑΓΙΚΑ»
Αφιερωμένο στην παρέα της Κυριακής εκείνης

γράφει ο Απόστολος Θηβαίος
Το απόγευμα της Κυριακής σκοτώθηκε στη μεγάλη λεωφόρο της πόλης και λησμονήθηκε για πάντα. Κανείς δεν είδε τίποτε. Κανείς δεν θα ομολογήσει. Ούτε οι ύποπτοι εραστές του συνοικιακού ξενοδοχείου της σύντομης παραμονής, ούτε ακόμα εκείνοι οι κατάκοποι Τρώες που αγοράζονται και τελικά γερνούν στις εναλλαγές του φωτεινού σηματοδότη. Τίποτε και κανείς δεν θα αποκαλύψει κάτι για το σφαγμένο, κυριακάτικο απόγευμα. Έπειτα πήρε να βρέχει. Η ίδια, ήσυχη βροχή που δεν έχει ηλικία και μας ξεπλένει τα χέρια. Ένα κορίτσι έφυγε βιαστικά. Έγνεψε σε κάποιον, εκείνος την ακολούθησε, έπειτα όλη ετούτη η σκηνοθεσία έπαψε. Το κορίτσι γυρεύει ναύλα για να ταξιδέψει μες στην πόλη, εκείνος που τώρα απομακρύνεται προς την περιοχή του μουσείου φέρει το σημάδι του έρωτα. Τη ζεστή μυρωδιά του φιλιού, τη λύπη του χωρισμού, την αγωνία για τη νύχτα που κατεβαίνει από την Υμηττό με το σκισμένο, ναι, με το σκισμένο φουστάνι της, ξυπόλητο κορίτσι που γλεντά ως το χάραμα στα μαγαζιά και αγοράζεται και όλο πεθαίνει και όλο ξοδεύεται με απότομες ανάσες. Η νύχτα έξω από το πάρκο, νεαρή ζητιάνα με κρεμαστά σκουλαρίκια από ατόφιο χρυσό και το σχήμα ενός ζώου που δεν πρόλαβες να διακρίνεις. Η νύχτα που ευλογεί τα άρρωστα παιδιά, τους αρσενοκοίτες, τους μοναχικούς και τις αρτίστες. Τελειώνει νωρίς το χάραμα, με ξαφνικές εκρήξεις από φως στο βάθος του ορίζοντα που τον κρατούν άνθρωποι σκαλωσιές. Τίποτε άλλο δεν έχω να σου πω για εκείνο το σκοτωμένο απόγευμα που ξεψύχησε έξω από την κλειστή αποθήκη με τις πολιτικές ανακοινώσεις. Ίσως κάτι αποκαλυφθεί στα πρωινά δημοσιεύματα, για τη νεαρή Ευδοξία που σφαγιάστηκε μες στις σκιές του πεδίου από τον ηλικιωμένο εραστή που διαθέτει μια ροπή σε ήθη και συνήθειες πρόστυχες. Ίσως λέω, αφού ο ήλιος, ο κόσμος και ο καπνός ξεθωριάζει από εξάντληση τα ίχνη και κανείς, μήτε ο δραστήριος σερβιτόρος του ξενοδοχείου σύντομης παραμονής δεν γνωρίζει κάτι για την Ευδοξία ή τις κατακόκκινες, σωστικές φωτοβολίδες που ανάψαν κάποιοι απελπισμένοι βαθιά στη γη των Εξαρχείων.

Μόνο τα παιδιά που ξενυχτούν στους βρώμικους ημιόροφους ή πάλι σκαρφαλώνουν σε σκεπές και σε σύρματα γνωρίζουν κάτι, μια ελάχιστη πληροφορία για την κατεύθυνση που πήρε η νύχτα, για το χαμό της που έλαβε τέλος, ας πούμε,  στην οδό Ιουλιανού. Αυτά τα παιδιά δεν θα τα διακρίνει κανείς. Βρέχουν ψιθύρους, ηλεκτρικές φωνές από τους πιο ασήμαντους εξώστες, ηλεκτρικά απογεύματα και νύχτες από φιλμ. Αρνητικό. Εκείνα τα παιδιά, παλιές, σοφές ψυχές που γδέρνουν τα σύρματα και εισβάλλουν κάποτε στην ερμητική αποθήκη, καθώς οι πεταλούδες που ορμούν προς το φως ή πάλι αναπηδούν επάνω στα χαλάσματα. Εννοούνται και πάλι οι άνθρωποι σκαλωσιές με τη σκουριά γύρω από τα μάτια και γύρω από τα χέρια που δεν γνωρίζουν πια κανένα ξόρκι και έχουν μάθει να τραγουδούν δίχως αέρα, δίχως φως σε ληγμένες εποχές. Τα παιδιά ετούτα ανάβουν τον καπνό τους με το αιχμηρό, καπνισμένο φεγγάρι, τροχίζουν τις κιθάρες τους και λατρεύουν φαινόμενα, διόλου νέα, μα ξεχασμένα, όπως ο ηλεκτρισμός. Καμιά φορά, τραγουδούν με μια αίσθηση ενός ευγενικού χαμόγελου, είναι κομψά, βραδινά παιδιά, πίνουν το δηλητηριασμένο φως που τρέμεις και ξερνούν εύηχα πρωινά. Καμιά φορά τα παιδιά στα σύρματα αναγνωρίζονται από τυχαία περιστατικά, όπως η ρωγμή που φτάνει ως ανάμεσα στα μάτια ή έναν στίχο που θα σ΄αρπάξει σαν τα μαινόμενα, μαύρα πουλιά της χαράδρας.
Ετούτα τα παιδιά θα έλεγε κανείς πως ζουν και κραυγάζουν μυστικά από χαρά όταν θα σπεύσουν οι φίλοι. Ο Πάμπος, ο Μάνος, η Κατερίνα, ένας αυτόχειρας ποιητής που δεν τον εννοήσαμε ποτέ, γιατί είναι μερικά πράγματα τριγμοί μόνο μες στην απόκοσμη άπνοια, οι βραδινοί απεργοί του χάλυβα που επιστρέφουν για να φιλήσουν το παιδί τους και ύστερα πάλι στήνουν ζωντανά οδοφράγματα εμπρός σε φουσκωμένα, μοιραία ποτάμια. Ετούτοι οι φίλοι είναι οι πιο πιστοί, γιατί κάποτε γεννήθηκαν με φτερά και έχουν μάθει να χαράζουν κάθετες, δολοφονικές τομές μες στον ορίζοντα των σπιτιών. Ετούτοι οι φίλοι θα ήταν προτιμότερο να πούμε πως είναι οι πιο πιστοί, αφού με μάτια δαυλούς μετατοπίζουν μια για πάντα το στέρεο σκοτάδι των μικρών μας ωρών.
Χθες, ο Θωμάς με τόσα χώματα στις πλάτες και το στόμα, κατόρθωσε να μου εμπιστευτεί κάτι πολύ σπουδαίο. Ο Θωμάς είπε πως υπάρχουμε σαν υπογραφές κατακόκκινες μες στα πιο απίθανα σημεία της νύχτας. Είπε ακόμα πως υπάρχουμε σαν ανοικτές πληγές κόντρα στα καλά παιδιά, τα καλά λόγια. Είπε και άλλα ο Θωμάς, έπειτα του έσφιξα το χέρι, ανατινάχθηκε και γίνηκε στίχος για πάντα, στίχος στους τοίχους της παλιάς, πελώριας αποθήκης που έχει την πείρα μιας πυρκαγιάςκαι έτσι, σαν νάρθηκας υπάρχει μες στην πόλη. Σας μίλησα για αυτή πρωτύτερα.


Έτσι λοιπόν, θα μιλώ και εγώ στα παιδιά που ακροβατούν στα σύρματα. Η πόλη σαλεύει σαν τον πεθαμένο που ξύπνησε και μες στην αγωνία του γύρισε και σκοτώθηκε για πάντα. Τα σύρματα, οι φλέβες της ίδιας ετούτης πόλης. Τα μαγικά παιδιά που γνωρίζουν αρχαία ξόρκια είναι λίγο από το αίμα της. Τα μαγικά παιδιά που μιλούν ειλικρινά και αδέξια και ισορροπούν όπως οι οι ήρωες, όπως οι ήρωες. Πολλοί πια γνωρίζουν τα παιδιά ετούτα και μιλούν για αυτά, σαν να ήταν ανεμοδείχτες, πάει να πει πράγματα σπουδαία και ξεχωριστά μες στα τόσο γνωστά και για αυτό, θλιβερά τοπία.Με τόσα σκοτωμένα απογεύματα, τέτοια παιδιά που προσεύχονται, δεν είναι άλλο απο ευλογία.