Αργυρίου Αλέξ., Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών

24grammata.com/ Ελύτης

Αργυρίου Αλέξ., Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών
Αθήνα 1983, Γνώση. «Σχόλια για την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη», σσ. 73-78

(Δελτίο Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων, τεύχος 5, Απρίλης 1980)

Χωρίς να εμπλακεί κανείς στο ζήτημα της αξίας και της σημασίας μιας επίσημης και διεθνούς αναγνώρισης του έργου ενός συγγραφέα, οφείλει να δεχτεί το στατιστικό δεδομένο ότι μια βράβευση, ιδίως με το Νόμπελ της Λογοτεχνίας, αυξάνει εντυπωσιακά το αναγνωστικό κοινό του συγγραφέα. Αλλά όταν το αντικείμενο της ανάγνωσης είναι ένα ποιητικό έργο, και μάλιστα μοντέρνο, οι δυσκολίες κατανόησής του, που παρουσιάζονται για το ευρύτερο αυτό κοινό, μοιάζουν να είναι ανυπέρβλητες, με αποτέλεσμα το ευρύ αυτό κοινό να ξαναγυρίζει στην αδιαφορία του απογοητευμένο. Έτσι, το πρόβλημα που τίθεται με ποιο τρόπο μπορούμε να συντελέσομε ώστε ένα μέρος τουλάχιστον από το ευρύ κοινό να το κερδίσει οριστικά ο ποιητής και τελικά η ποίηση, μοντέρνα η παλιά. Εύλογη θα ήταν η ένσταση ότι προκειμένου για τον Οδυσσέα Ελύτη το πρόβλημα που θέτω δεν υπάρχει, αφού πολλά ποιήματα του, και ειδικά το Άξιον Εστί, μελοποιημένα από σύγχρονους μουσικούς, έχουν κατακτήσει ένα ευρύτατο κοινό. Επιπλέον το γεγονός ότι είναι ο πρώτος από τους μοντέρνους Έλληνες ποιητές που αναγνωρίζεται ακόμη και από κριτικούς με παλιά αισθητική αγωγή, και μάλιστα αρκετά πρώιμα, όταν όλοι οι άλλοι (συμπεριλαμβανομένου του Σεφέρη και εξαιρουμένου του Ρίτσου, του τελευταίου για άλλους λόγους, όχι, πάντως, πολιτικούς) αμφισβητούνται.

Όμως πιστεύω ότι οι ενδείξεις αυτές της δημοτικότητας του έργου του Ελύτη, αν δεν σταθμίσομε τη σχετική τους σημασία, κινδυνεύουν να μας οδηγήσουν σε λανθασμένους δρόμους. Να νομίζομε ότι βρισκόμαστε στο κέντρο της ποίησης ενώ κυκλοφορούμε έξω από την περιφέρειά της.

Δεν υποτιμώ τη σημασία της μουσικής επένδυσης της ποίησης, αλλά θεωρώ το αποτέλεσμα μεικτό, και μάλιστα ότι η αγαθή εντύπωση που αποκομίζομε ανήκει περισσότερο στη μουσική παρά στην ποίηση, από την οποία διασώζεται ένα μέρος της, κι αυτό, ελαφρά η βαριά, τροποποιημένο. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αρχικά, σε άγραφα χρόνια, η ποίηση και η μουσική γεννιόνταν ταυτόχρονα, πολύ νωρίς οι δυο αυτές τέχνες ξεχώρισαν και η καθεμιά τους ακολούθησε τον ανεξάρτητο δρόμο της. Κι όταν έκτοτε συναντιώνται, το φαινόμενο είναι συμπτωματικό και επιδέχεται κάθε φορά τη δική του ερμηνεία. Και πάντως η αξία ενός ποιητικού έργου δεν εξαρτάται από τη σημασία που του έδωσε ένας έστω και ιδιοφυής μουσικός. Θα ήταν μάλιστα θανάσιμο λάθος να θεωρήσομε ότι  η ιστορία της ποίησης μπορεί να γραφεί με βάση τους ποιητές που το έργο τους μελοποιήθηκε. Η ακόμη ότι το εξέχον τμήμα του έργου τους είναι εκείνο που κέρδισε την εύνοια των μουσικών.

Έτσι, όσο κι αν δούμε το Άξιον Εστί σαν ένα πολύτροπο ποίημα, η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη δεν εξαντλείται στην πολυτροπία αυτού και μόνο του ποιήματος. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του όλου ως σήμερα έργου του  είναι ότι κάθε μεταγενέστερος ποιητικός του κύκλος διαφοροποιείται από τους προηγούμενους. Ο ποιητής στάθηκε πάντα ανοιχτός και διαθέσιμος να καρπωθεί τις νέες εμπειρίες του, να απορροφήσει τα μηνύματα που του έφεραν οι καιροί, μεταστοιχειώνοντάς τα σε αποτελεσματικό ποιητικό λόγο. Έτσι ιδωμένο το πολύτροπο της ποιητικής του Ελύτη ανταποκρινόταν σε καινούρια κάθε φορά υλικά τα οποία και πλούτιζαν τον ποιητή και την ποίησή του.

Ο τρόπος που ξεκινά ο νεαρός Ελύτης τον ποιητικό του βίο  είναι ενδεικτικός για τις ροπές του. Αρχίζει γράφοντας με ανοιχτά χαρτιά για να δανειστώ έναν τίτλο από τα δοκίμιά του. Αποκρούοντας ποιητικούς τρόπους που θεωρεί, από νεανική επαναστατικότητα, εξαντλημένους και ατελέσφορους, προσχωρεί με φρόνιμη περίσκεψη στο πιο ακραίο καλλιτεχνικό κίνημα) τον υπερρεαλισμό, υπακούοντας στη φωνή του και διατηρώντας την απόστασή του από το δόγμα του. Αν κρίνομε από τη συνέχεια του έργου του, δεν επρόκειτο για επιλογή της μέσης οδού, από αστική φρονιμάδα, αλλά για πρώιμη συνειδητοποίηση της κατηγορίας της ποιητικής του ιδιοσυστασίας. Με αποτέλεσμα: τα νεανικά τουποιήματα να διακρίνονται για την αρχιτεκτονική τους δόμηση. Η τόλμη της έκφρασης να μην καταστρέφει την οργάνωσή τους, έτσι που η λεκτική τους ευφορία να μη μένει άστεγη. Ο Ελύτης ήξερε να ζητά και να βρίσκει το ποιητικώς αναγκαίο.

Τα ποιήματα που στεγάστηκαν τελικά κάτω από το γενικό τίτλο Προσανατολισμοί, και που ανήκουν σε έξι ενότητες, που καμιά δεν επικαλύπτεται ολοκληρωτικά από την άλλη, έδειχναν όχι μόνο ότι είχε ένα ευρύ φάσμα ποιητικού οραματισμού αλλά και ότι το πλούσιο λεξιλόγιό του υποτασσόταν με άνεση στις ανάγκες του.

Ο κόσμος του ποιητή, καμωμένος με ελεύθερη βούληση, έμοιαζε σε πρώτη εντύπωση σαν δημιούργημα της φαντασίας του. Όμως σε βαθύτερο κοίταγμα έδειχνε ότι είχε προκύψει από εσωτερικό βίωμα, αφού κατόρθωσε να φαίνεται και να αποβαίνει κοινωνικοποιημένος λόγος. Αν επιμένω λίγο περισσότερο (απ’ όσο αναλογεί σε μια σύντομη παρουσίαση του έργου του Ελύτη) στα πρώτα του ποιήματα, είναι γιατί εκεί βρίσκονται τα σπέρματα του ποιητικού του σύμπαντος και αρτιώνεται ο αρχικός ποιητικός του κύκλος. Γιατί ήδη ο Ήλιος ο Πρώτος αποτελούσε από τη μια πλευρά τη συνέχεια των Προσανατολισμών, φτάνοντας στα όρια μιας λεκτικής πληρότητας, όμως από μια άλλη πλευρά ο ποιητής περνούσε στη φάση της ανθρώπινης ωριμότητας, καθώς ο θαυμαστός νεανικός του κόσμος έχανε την αθωότητά του, μέσα στη «φοβερή ανωνυμία θανάτου». Αλλά η συμμετοχή του Ελύτη στον Αλβανικό πόλεμο και οι εμπειρίες του από τη γερμανική Κατοχή θα δώσουν ταυτόχρονα πιο σαφή έργα.  Η συγκομιδή είναι επιβλητική : Το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, το  «Η Αλβανιάδα» και το «Η καλοσύνη στις λυκοποριές». Στο νέο αυτόν ποιητικό κύκλο η παρουσία της συλλογικής μοίρας είναι καταφανής. Το φυσικό τοπίο έχει γεμίσει ανθρώπινα σώματα. Το άτομο έχει δικτυωθεί, «μέσα στις λυκοποριές», με τους άλλους. Σ’ αυτά τα ποιήματα με υπόθεση (με την έννοια ότι υπάρχει μια εξέλιξη και μια διαλεκτική πορεία των καταστάσεων, μια λειτουργία της μνήμης, μια στάση ζωής) καμιά από τις αρετές της ποιητικής γραφής του Ελύτη δεν υποχώρησε. Η σφοδρή σύγκρουσή του με το πραγματικό και τις τερατικές του αιχμές επέσπευσε την αλλαγή του ψυχικού του πεδίου, που τα ίχνη του είχαν ήδη αρχίσει να επισημαίνονται. Η γνώση και η «συνείδηση του βάθους των πραγμάτων» δεν ήταν παρά η προοπτική του χρόνου, οι καταβολές της ιστορίας και η συνάντησή του μαζί της. Έτσι, ο γλωσσικός κώδικας του ποιητή θησαύριζε φυσιολογικά τα νέα υλικά του κερδίζοντας σε σημασίες.

Ο κύκλος αυτός των ποιημάτων μπορούμε να θεωρήσομε ότι συμπληρώνεται και ολοκληρώνεται με το Άξιον Εστί και προεκτείνεται με τη Μαρία Νεφέλη, ενώ μια άλλη ποιητική σειρά συνιστούν οι Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό, τα Ετεροθαλή και το Μονόγραμμα. Αν τα πρώτα μπορούν να καταταγούν στα επικά και δραματικά, τα δεύτερα ανήκουν στα κατεξοχήν λυρικά. Ο χωρισμός είναι σχηματικός διότι και το ώριμο έργο του Ελύτη δεν επιδέχεται περιορισμούς, δεν τους υπακούει – ακόμη κι όταν φαίνεται ότι τους επιδιώκει.

Ήδη όμως και η απλή απαρίθμηση των έργων του μας επιτρέπει ν’ αντιληφθούμε ότι πρόκειται για έναν ποιητή εκλεκτικά πολυγράφο, που ο λόγος του δεν εξατμίζεται με την επανάληψη, την οποία αποκρούει (από ποιητικό ένστικτο) και δεν την έχει ανάγκη (από εσωτερικό πλούτο). Έτσι μπορεί να εξηγηθεί γιατί προκάλεσε αρκετές κριτικές και φιλολογικές προσεγγίσεις που δείχνουν την έκταση και το βάθος των ποιητικών του κατακτήσεων, άλλα και την αντοχή τους στη διερεύνηση και το μικροσκοπικό έλεγχο. Είναι από μια δικαιοσύνη που αποδίδεται) σ’ αυτόν τον ελεγχόμενο ποιητικό πληθωρισμό του.

Τελειώνοντας θέλω να σημειώσω μερικές παρατηρήσεις για το πιο συζητημένο έργο του, το Άξιον Εστί, που είναι και το πιο αυστηρά αρχιτεκτονημένο και το μόνο συνθετικό του ποίημα, με το περιεχόμενο που έχει ο όρος «συνθετικό» στη νέα ποίηση, υπερρεαλιστική και μεταϋπερρεαλιστική. Νομίζω ότι έχει σημασία να εξετάσομε τους λόγους που το έργο αυτό είχε τόση απήχηση, έστω και μετά τον συμπληρωματικό λόγο της μελοποίησής του.

Επρόκειτο για ένα ποίημα που γραφόταν στην κρίσιμη δεκαετία του 1950 και που είδε το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο χρόνο της, 1959, ενώ ένα χρόνο πριν είχαν προδημοσιευτεί εκτεταμένα αποσπάσματα του στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Θα υπενθυμίσω ότι στο Άξιον Εστί η πρόσφατη ελληνική ιστορία κοιτάζεται και μοιράζεται σε τρεις ενότητες : τον Αλβανικό πόλεμο, την Κατοχή και την εσωτερική διαίρεση. Ο ποιητής χειρίζεται τους θεματικούς αυτούς πυρήνες προσηλωμένος σε μια βαθύτερη αντίληψη ελευθερίας και δικαιοσύνης, αξιοποιώντας τα φαινόμενα με μια αίσθηση που θα την όριζε κανείς συνοπτικά (αλλά όχι καταχρηστικά) ελληνική, και επιστρατεύοντας όλα τα στοιχεία που την καθορίζουν και την αναδεικνύουν. Ήταν φανερό ότι ο Ελύτης αντέστρεφε κάθε μικρόψυχη, ιδιοτελή ή ρητορική εκτίμηση της πρόσφατης ιστορικής μας μοίρας και αχρήστευε με ποιητικά μέσα (και γι’ αυτό πιεστικά) κάθε επίσημο και κρατούν ιδεολογικό μόρφωμα. Έτσι ήταν επόμενο της δημοσίευσης του ποιήματος σε μια εποχή που άρχισαν να παρουσιάζονται τα πρώτα συμπτώματα μιας άρνησης της ισχύουσας ιδεολογίας, να αποκτήσει το ποίημα, στις συνειδήσεις των νέων κυρίως, και μια πολιτική διάσταση, που ενδεχομένως δεν είχε στη συνείδηση του ποιητή, αλλά που όμως γινόταν αυτόματα «μικρός προφήτης», με τη σολωμική έννοια. Από εκεί και πέρα το ποιητικό μήνυμα του έργου αφομοιωνόταν και ως μήνυμα ζωής και συνείδησης, και (όπως διαπιστώνομε είκοσι χρόνια αργότερα) εξακολουθεί να είναι ζωντανό και να παράγει αντιδράσεις, καθώς ευαγγελίζεται, χωρίς απλοποιητικές προθέσεις, τη θετική όψη της ζωής.
(1980)