«ΕΜΕΝΑ, Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ…»

24grammata.com/ Ελλάδα 1940 – 1950

κλικ εδώ για να διαβάσετε το υπόλοιπο αφιέρωμα στην 28η Οκτωβρίου 1940

γράφει ο  Απόστολος Θηβαίος

Ο Γιάννης Δάλλας, στην κοινωνική θεώρηση του έργου του Μανώλη Αναγνωστάκη υποστηρίζει πως η «μνήμη συνιστά τη διαδικασία μετάγγισης του αίματος από τη ζωή στην ιστορία.» Και δεν θα μπορούσε με τρόπο πιο εκφραστικό να αποτυπωθεί τούτο το κοσμικό κύκλωμα, το οποίο θέλει τον άνθρωπο φορέα και αιτία της ιστορίας. Η παρουσία, οι επιλογές, οι μεταβάσεις του μες στη δίνη των κοινωνικών και εθνικών ακροβασιών καθιστά την ιστορική μνήμη ένα προσόν, μα και ένα ιδιόμορφο γέννημα του ανθρώπου. Με τη στάση του εκείνος διαμορφώνει το ύφος, καθορίζει τα συμπεράσματά της, συγκεκριμενοποιεί τις διδακτικές της ωφέλειες, αποκρυσταλλώνει, με τρόπο ψύχραιμο και σαφή, τις μεθόδους της καταγραφής της, την αξιολογεί. Δεν μιλούμε για μια απρόσωπη, αναγκαστική συμμετοχή, ως χαρακτηριστικό της λογικής του συνέπειας, μα για μια καίρια και καταλυτική παρουσία στην εξελικτική της πορεία. Εϊναι με άλλα λόγια, η ιστορία, γέννημα εν μέσω οδυνών και φρικτών, ανθρωπίνων πόνων.
Το ζήτημα της μνήμης, η τεκτονική της δομή, η βαθύτερη δηλαδή ουσία της ιστορίας συνδέεται στενά με το αίμα σε τούτο τον τόπο. Οι προγονικές παραστάσεις του Έλληνα, θεωρούνται μέσω μιας αιμάτινης πορείας στο χρόνο. Δεν είναι λοιπόν επαρκής, μόνο, η διαπίστωση του μελετητή Δάλλα, μα την ίδια στιγμή μια εξαιρετικά εύστοχη παρατήρηση της οδού, μέσω της οποία διέρχεται για να κατοχυρωθεί ο σύγχρονος ελληνικός κόσμος. Διαρκείς επαναστάσεις, εσωτερικές, εμφύλιες συγκρούσεις, συχνά πολυετείς, εθνικές κορυφές, αντιστάσεις και συντεταγμένες πορείες προς μια συλλογική καταξίωση. Η ελληνική ιστορία, η μνήμη η ελληνική είναι καμωμένη από σολωμικά, «ιερά» οστά, εθνικές εξάρσεις και κόπους για να εδραιωθεί τελικά τούτο το έθνος, με όλη του την ένταση και τα μελανά σημεία του. Το έπος του 1940, το σθένος εμπρός στην περσική εισβολή, ο απελευθερωτικός αγώνας ενός άτακτου, πλην θαρραλέου πληθυσμού κατά την επαναστατική περίοδο του 1821, η αντίσταση εναντίον της χιτλερικής Γερμανίας, όλα τούτα επιβεβαιώνουν το μαχητικό πνεύμα, με το οποίο διαποτίζεται η ελληνική, ιστορική μνήμη.
Η ελληνική κοινωνία, σε διαφορετικές και ποικίλες, ιστορικές περιόδους, συχνά επαινέθηκε, επιδοκιμάστηκε για το αμίμητο σθένος της, τη βαθιά αφοσίωση προς την πατρίδα, την αυταπάρνηση, την αναγωγή της εθνικής ιδέας σε προτεραιότητα, ανεξαρτήτου τιμήματος και θυσιών. Η επικαιρότητα διαψεύδει τούτη την αξιωματική στάση. Η παλαιά, υγιής εθνική φρόνηση παραχωρεί σήμερα τη θέση της σε μια στρεβλή εθνικοφροσύνη, σε ένα πρότυπο «εθνικής συνείδησης», η οποία εξαντλείται στην εφαρμογή των ιδεολογημάτων μιας σαθρής μειοψηφίας. Ανορθώνονται και πάλι ιδέες και ερείσματα που άλλοτε στοίχισαν σε ανθρώπινο κεφάλαιο, ενώ αποτέλεσαν αιτίες για την ανακοπή της ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας. Εμφύλιες διαμάχες, απομονωτισμός, επαρχιώτικη θεώρηση των μηνυμάτων του καιρού, μια ευλάβεια βαθιά αντιπνευματική, στα όρια ενός ακραίου σκοταδισμού, που σαν ασθένεια επιτίθεται ξανά με όλη της τη φονική διάθεση.
Όλα τούτα μοιάζουν να ανασύρονται μόνο για να αναζωπυρώσουν φριχτούς αναχρονισμούς. Η έννοια της πατρίδος, ιδωμένη μόνο ως ένα ορισμένο σύνορο αποδομείται συστηματικά από τα συστατικά της στοιχεία. Η γλώσσα, στοιχείο αναγνώρισης και διάρκειας ενός έθνους αποσυντίθεται, απλοποιείται, για να λησμονηθεί τελικά και να καταστεί έτσι με τον καιρό ένας «νεκρός» οργανισμός, ανήμπορος να αποτελέσει ουσιώδες στοιχείο της ελληνικής ταυτότητας. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, στο αυτοβιογραφικό έργο του «Οδύνη», ένα χρονογράφημα, ουσιαστικά της ελληνικής πραγματικότητας, αλλά και της διεθνούς σκηνής, πριν και κατά τη διάρκεια της κατοχικής περιόδου, σημειώνει τον κίνδυνο, την απειλή τούτο το «δέντρο, να μην δώσει ξανά καρπούς και έτσι να καταλήξει σε υλικό πυρράς.» Η ελληνική κοινωνία, έχοντας απωλέσει τη σύνδεσή της με το έθνος, εξαργυρώνοντας μια άκριτη ροπή προς τη δύση, δεν μοιάζει ικανή να διαφυλάξει την ταυτότητά της. Η ανημποριά της αυτή, οδηγεί στη δημιουργία μιας πραγματικότητας νέας, ενός φαινομένου καινούριου, αγνώριστου, συμβατού με την τάση της επιβλητικής παγκοσμιοποίησης. Σε τούτο το σημείο κανείς θα πρέπει να σημειώσει πως η τάση αυτή, η υπερεθνική θεώρηση του κόσμου δεν συνιστούσε, κατά την εμφάνισή της μια αφετηρία αποδόμησης της εντόπιας ταυτότητας, αλλά σχεδιαζόταν να αποκλείσει και να ακυρώσει τις εθνικές διαφορές, όπως ετούτες επέζησαν μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων. Το προοδευτικό άλμα με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, συνηγορούσε προς μια θετική κατεύθυνση, αποδεικνύοντας έμπρακτα πως αποτελεί φιλοδοξία η δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας, ισχυρής και αδιάβλητης από τις παλινωδίες των προηγούμενων εποχών. Μα σε κάθε περίπτωση, τούτη η εξέλιξη, στους ασύνδετα ψυχικά πληθυσμούς, όπως ο ελληνικός απέβη μοιραία, καθώς εκείνες οι αντιστάσεις που απαιτούνται για την αντοχή των ειδικών, εθνικών στοιχείων και τη μετέπειτα διοχέτευσή τους μες στο κύτταρο της παγκόσμιας κοινωνίας ήταν αδύναμες, αν όχι ανύπαρκτες να εκπληρώσουν το σκοπό τους.
Η παλαμική επισήμανση πως «εθνικό, συνιστά ότι είναι αληθινό», φαντάζει μια ανεφάρμοστη αρχή από την άκριτη, κοινή γνώμη, η οποία με θέρμη επιδίδεται στην υιοθέτηση στάσεων που υπαγορεύονται από εξωτερικά πρότυπα. Δεν υφίσταται καμιά αμφιβολία πως η έννοια της πατρίδος μπορεί να αναμορφωθεί μόνο μέσα από μια παιδεία ελληνική, αληθινή, δηλαδή σύγχρονη και εξίσου πρακτική όσο και θεωρητική, την ανάσυρση ακόμα των παραδοσιακών αρχών, εκείνων δηλαδή που προστάτεψαν και τόνισαν την εθνική συνοχή σε δύσκολες περιόδους. Η ιστορική μνήμη, η γλώσσα, διατηρούν ακόμα τη δυναμική και τη ζωντάνια τους αντίστοιχα. Η νέα, πολυπολιτισμική πραγματικότητα συνιστά ένα κλίμα μη αντιστρέψιμο. Μα εδώ, υφίσταται και η μόνη δυνατότητα επαναφοράς του λαού μας στις αρχικές του δομές, αφού η νέα γενιά μοιάζει ικανή να διαχειριστεί ένα μοντέλο υπερεθνικού χαρακτήρα, διαποτισμένο με όλη την ελληνικότητα, με μια τέτοια διάφανη συνοχή. Λίγο πριν αναβιώσει η εθνική ιστορία, με το έπος του 1940 και τη θαυμάσια, ψυχολογική της δυναμική, καθίσταται επιτακτική η αναζήτηση του χαμένου μίτου, μιας φιλόξενης ελληνικότητας, με προοπτική και ευρύτητα, με ορίζοντες που θα απλώνονται πέρα από τη στείρα αρχαιολατρεία και θα πατούν στη σύγχρονη, λαϊκή θεώρηση της πραγματικότητας, για να συνθέσουν και να επαναφέρουν την απλότητα, το μεγαλείο της μετάληψης, τη θρησκευτικότητα, με την οποία είναι πλασμένος τούτος ο τόπος. Η κατακόρυφη ερμηνεία της ελληνικότητας, με όλα της τα τυπικά χαρακτηριστικά, συνιστά μια κατεύθυνση που ακόμα δεν έχουμε λάβει. Η ευφυία μας ίσως να επιβάλει μια θαυμαστή εναλλακτική στο περιοριστικό δίλημμα ανατολής και δύσης. Να είμαστε εμείς σύνορο ελληνικό, να στήνουμε με την αισθητική της παράδοσής μας τις νέες σκαλωσιές του μέλλοντος. Τούτο είναι δύσκολο, μα ωραίο. Ελληνικό.