Τέλλος Άγρας

24grammata.com/ Ιστορία της Λογοτεχνίας

Την περασμένη εβδομάδα παρουσιάσαμε τον Γιώργο Ιωάννου (και σας ευχαριστούμε για την εκπληκτική ανταπόκριση Σας). Αυτή την εβδομάδα θα ασχοληθούμε με έναν άλλον Ιωάννου, τον Ευάγγελο, ή, όπως τον γνωρίζουν οι περισσότεροι με το ψευδώνυμο του, τον Τέλλο Άγρα (από το όνομα του θρυλικού Μακεδονομάχου Καπετάν Άγρα). Ακολουθεί βιογραφικό, πλήρης εργογραφία και ενδεικτική βιβλιογραφία

Οι επιρροές του Τέλλου Άγρα

γράφει ο Κώστας Στεργιόπουλος (ομότιμος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)

(ο Τέλλος Άγρας)… ξεκίνησε απ’ τον Moréas, για ν’ ανακαλύψει σύντομα τον Laforgue και να περάσει στη συνέχεια στον Verlaine, τον Samain και τον Mallarmé. Η παλιά γνωριμία του με τον Laforgue και τον Samain, από τη μια, κι η πιο πρόσφατη με τον Mallarmé και τον Valéry, από την άλλη, έκρινε το είδος της τελευταίας του παραγωγής, όπως μας παρουσιάζεται στην τρίτη του συλλογή. Μα και τον Baudelaire, και τον Rodenbach, και τον Jammes κι άλλους λιγότερο γνωστούς δεν παράλειψε να γνωρίσει και να μεταφράσει, κι απ’ τον Θεόκριτο και τους αρχαίους λυρικούς – ίσως κι απ’ τους Λατίνους – δε φαίνεται να έμεινε ολότελα ασυγκίνητος. Γόνιμα διδάγματα πήρε κι απ’ τη νεοελληνική ποιητική παράδοση, αναχωνεύοντας με τρόπο θαυμαστό τα πιο παράταιρα αναστήματα: από τον Πολέμη και τον Προβελέγγιο ίσαμε τον Παλαμά, τον Μαλακάση, τον Χαντζάρα των Ειδυλλίων και τον Αλέκο Φωτιάδη των Ανοιχτών μυστικών. Αλλά ο Άγρας είχε τη δύναμη ν’ αφομοιώνει και να προσαρμόζει στη δική του προσωπικότητα και στην παράδοση τη νεοελληνική τις πιο απίθανες και τις πιο ανόμοιες επιδράσεις. Ακούραστος κι ανικανοποίητος, έπαιρνε μαθήματα από τους Γάλλους, ενώ ταυτόχρονα δοκίμαζε με περίσκεψη τις ελευθερίες που έφερνε ο νεοσύστατος στον τόπο μας υπερρεαλισμός, προσπαθώντας να πετύχει την άρτια προσωπική έκφραση. Την ίδια στιγμή που μαθήτευε στην καθαρή ποίηση και στον Valéry, έμπαζε στις στροφές του τα δημοτικά μοτίβα, με τους παρατονισμούς και τις προπαροξύτονες ομοιοκαταληξίες. Πλάι στην άχνη του συμβολισμού και στην ερωτηματική ανησυχία των δεκατρισυλλάβων του, έφερνε την πλαστική καθαρότητα και το φως. Έτσι η ποίησή του, ενώ ξεκίνησε περισσότερο ξένη, με την ατμόσφαιρα της αθηναϊκής συνοικίας, το αττικό υπαίθρο και τα δημοτικά μοτίβα γίνεται φανερότερα και καθαρότερα ελληνική.
Κάτω απ’ την απατηλή εκείνη επιφάνεια που είχε καταφέρει να κατασκευάσει, ο Άγρας έκρυβε όλες τις υπερβολές του ρομαντικού, περασμένες μέσα απ’ το δαιμονισμό και τη μυστική παραφορά καταστάσεων με χροιά, θα λέγαμε, ντοστογιεφσκική και συνυφασμένες με ένα είδος λαϊκής μυστικοπάθειας και οξύ συνειδησιακό πρόβλημα. Η περίπτωσή του παρουσιάζει μια περίεργη μοναδικότητα. Ιδιόρρυθμος και αρκετά ανεξάρτητος, βρίσκεται ομαλότατα τοποθετημένος στο σώμα της ανανεωμένης ποιητικής μας παράδοσης, την πλουτίζει, την προωθεί νόμιμα και την προεκτείνει. Αν η φωνή του μπορούσε να τον εκφράσει αμεσότερα, αν η έξαρσή του δεν τον πρόδιδε, μόλις πήγαινε να γίνει λόγος, είχε όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε ποιητική φυσιογνωμία πρώτου μεγέθους. Τούτο όμως, τελικά, αποτελεί και τη μοναδικότητά του. Γιατί, βέβαια, είχε προφτάσει κι είχε πει με τους υπαινιγμούς όλα όσα νόμιζε πως θα ’λεγε, όταν θα ’παιρνε τη… «σύνταξή» του, όπως έγραφε, χωρίς ίσως πια να το ελπίζει, σε κάποιο απ’ τα τελευταία του δημοσιεύματα.

Κώστας Στεργιόπουλος [εισαγ.-επιμ.]. Η Ελληνική Ποίηση: Ανθολογία-Γραμματολογία, τ. 3 [Η Ανανεωμένη Παράδοση], Αθ.: εκδ. Σοκόλη, 1980, σσ. 350-357: 355-356

Πανσέδες     Άγρας Τέλλος

Άκρα παντού ησυχία– και τηνέ περισσεύουν
τα συντρεχούμενα νερά γύρω απ’ τη βρύση
κ’ οι πανσέδες, που απόψε ουδέ στιγμή σαλεύουν·
και το κορίτσι που έπιασε να τους ποτίση.

Aνήξερη θωριά στα μάτια με γελάει,
κι’ αφή, γλυκοπερπάτητη διπλά απ’ τις άλλες·
πότε, στάλα· και πότε, θάλασσα– και πάει:
μια, στάλα· και μια, θάλασσας μαβειές αγκάλες,

ανήξερος πανσές, μέσα στην πάσα ειρήνη,
χαίρεται, αναίσθητος, του πλάστη του το κρίμα·
και το γειτονικό τ’ αγέρι οπού τον ντύνει,
στον ίσκιο το τυλίγει απ’ το δικό του εντύμα,

το εντύμα του όλο στάλες, μια μέσα στην άλλη,
κ’ ίσκιωμα γαλανό στου γαλανού τη μέση,
απ’ το λιλά και σ’ άλλο πιο λιλά, και πάλι
– του παγωνιού φτερά σα νάθελε φορέσει.

Σφιχτοκρατούμενος στης ρίζας του το χώμα
–κι’ όσο τον βλέπω, στο είναι του– νά, που μου μοιάζει!
Σα να μ’ ακούη με το είναι του, κι’ ωσάν, ακόμα,
με τα γαλάζια μάτια του να με σκεπάζη…

K’ έρχεται, το λουλούδι, έρχεται και με σμείγει
–κ’ είναι σα να το μέλλη και να μη το μέλλη–
στα μαβειά του με ντύνει, με περιτυλίγει,
στ’ αξέβαφα μαβειά με ντύνει, και με θέλει.

Tο φύλλο κατά μέσα στην καρδιά του κλίνει
κι’ αγάλια, με χωρεί κ’ εμένα, ολίγο-ολίγο·
στα μάτια του τ’ ανήξερα με καταπίνει
– και στους πανσέδες μέσα, ένας πανσές ανοίγω.
(από το Eπιλογή απ’ τα Ποιήματα, Eρμής 1996)

Βιογραφικό Σημείωμα
ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ (1899 – 1944)
www.ekebi.gr

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου) γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, γιος του σχολάρχη Γεωργίου Ιωάννου και της Ειρήνης Βλάχου. Είχε ένα μικρότερο αδερφό το Χρήστο. Το 1899 η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα και το 1906 μετακόμισε στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τέλειωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το 1907 έγινε συνδρομητής στη Διάπλαση των Παίδων, όπου πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία έντεκα μόλις ετών, στη στήλη της αλληλογραφίας. Τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησε και τα δυο μοναδικά ταξίδια της ζωής του, ένα στην Κάρυστο και ένα στη Χαλκίδα. Από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών της Διάπλασης με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Η πρώτη του ποιητική δημοσίευση ήταν ο Βράχος. Το 1912 γράφτηκε στο Γυμνάσιο στην Αθήνα, μένοντας στο σπίτι της αδερφής της μητέρας του Αριστέας Βλάχου ως το 1925 που η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Μετά το θάνατο της θείας του ο Άγρας κράτησε το μικρό σπίτι της ως ερημητήριο. Η συνεργασία του με τη Διάπλαση των Παίδων συνεχίστηκε συστηματικά και ο συνολικός όγκος των νεανικών δημοσιευμάτων του υπήρξε πολύ μεγάλος. Το 1914 ο Ξενόπουλος σχεδίαζε να κάνει τον Άγρα τακτικό συνεργάτη του περιοδικού, τα σχέδιά του αναβλήθηκαν όμως με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (πραγματοποιήθηκαν τελικά το 1916). Το 1916 τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1923). Η πρώτη επίσημη παρουσία του στις στήλες της Διάπλασης σημειώθηκε το Μάη του ίδιου χρόνου με το πεζογράφημα Αποχαιρετισμός. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Λύρα, Βωμός, Νέοι κ.α. Το 1918 βραβεύτηκε στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό και στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Λονδίνου Εσπερία. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου και εξέδωσε τη μετάφραση των Στροφών του Jean Moreas, ενώ το 1926 πραγματοποίησε και δεύτερη έκδοση μεταφράσεων από το έργο του Moreas με μια μελέτη για την ποίηση του γαλλόφωνου έλληνα ποιητή και μια για τη λογοτεχνική μετάφραση. Από το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου παρέμεινε ως το θάνατό του. Έγραφε στη Νέα Εστία από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της και έγινε γρήγορα αρχισυντάκτης της (παραιτήθηκε από την αρχισυνταξία το 1932 και το 1936 ανέλαβε τη στήλη της αλληλογραφίας), ενώ δημοσίευσε επίσης κείμενά του στα Γράμματα, τη Νέα Ζωή, την Αλεξανδρινή Τέχνη (και τα τρία περιοδικά της Αλεξάνδρειας), το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου και σε πολλά άλλα έντυπα. Το 1928 έγινε συνεργάτης της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με τίτλο Τα βουκολικά και τα εγκώμια. Ακολούθησε (1939) η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Καθημερινές (1923-1930), που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο ενώ τα Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας (1929-1944) εκδόθηκαν μόλις το 1966. Το 1938 πέθανε ο πατέρας του και ο Άγρας μετακόμισε με τη μητέρα του στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Οι κακουχίες της γερμανικής κατοχής αποδυνάμωσαν περισσότερο την ήδη ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Τη μέρα της Απελευθέρωσης χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο. Μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου πέθανε το Νοέμβρη του 1944. Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.α.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.α.) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τέλλου Άγρα βλ. Ζήρας Αλέξης, «Άγρας Τέλλος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983 και Στασινοπούλου Μαρία, «Χρονολόγιο Τέλλου Άγρα», Διαβάζω104, 17/10/1984, σ.14-21.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Αγγελόγλου Άλκης, «Οι άνθρωποι και οι καιροί», Φιλολογικά ΧρονικάΓ΄, ετ.Β΄, 15/5/1946, αρ.41, σ.120-130.
• Αγγελόγλου Άλκης, «Ο ποιητής Τέλλος Άγρας», Η Καθημερινή, 26/9/1952.
• Βαρίκας Βάσος, «Τελευταίοι της παράδοσης», Το Βήμα, 22/1/1967.
• Δαράκης Αλ., «Με τον κ.Τέλλο Άγρα», Ηχώ της Ελλάδος, 9/4/1935.
• Δετζώρτζης Νάσος, Μια ανά – γνωση του Τέλλου Άγρα. Αθήνα, Γαβριηλίδης, 1997.
• Ζήρας Αλέξης, «Άγρας Τέλλος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983.
• Καραντώνης Ανδρέας, Η Καθημερινή, 27/11/1966 (τώρα και στον τόμο Ποιητικά (Κριτικά κείμενα), σ.187. Αθήνα, Νικόδημος, 1977).
• Κοτζιούλας Γιώργος, «Ο Τέλλος Άγρας, έτσι όπως ήταν», Ηπειρωτική ΕστίαΔ΄, 1η, 2 και 3/1955, αρ.33, 34 και 35, σ.79, 184 και 284.
• Λυγίζος Μήτσος, Τέλλος Άγρας και ο λυρικός λόγος. Αθήνα, Μαυρίδης, 1941.
• Λυγίζος Μήτσος, «Ο χαρακτήρας της ποίησης του Τέλλου Άγρα (Σύντομη σκιαγραφία μετά το θάνατό του)», Φιλολογική ΠρωτοχρονιάΓ΄, 1945-1946, σ.31-35.
• Λυγίζος Μήτσος, Θέματα και ποιητές · Δοκίμια και μελέτες, σ.66-96. Αθήνα, Δωδώνη, 1977.
• Μπαστιάς Κωστής, «Με τον Τέλλο Άγρα», ΕβδομάςΔ΄, 5/9/1931, αρ.205, σ.1752 και 1757.
• Νικορέτζος Δημήτρης, Γράμματα – Εξομολογήσεις του Τέλλου Άγρα στον Βελισσάριο Φρέρη. Αθήνα, ανάτυπο από τη Νέα Εστία, 1997.
• Παναγιωτόπουλος Ι.Μ., «Τέλλος Άγρας», Τα πρόσωπα και τα κείμεναΕ΄. Αθήνα, Αετός, 1949.
• Παπαγεωργίου Κώστας Γ., «Νέο οπτικό πεδίο θέασης ολόκληρης της μεσοπολεμικής ποίησης και σκέψης», Διαβάζω44, 7/1981, σ.55-57.
• Παπανικολάου Μήτσος, «Τέλλου Άγρα: Καθημερινές», Νέα Εστία27, ετ.ΙΔ΄, 15/3/1940, αρ.318, σ.382-384.
• Παράσχος Κλέων, Κριτική για τα Βουκολικά και τα Εγκώμια, Νέα ΕστίαΙΕ΄, 15/6/1934, αρ.180, σ.568.
• Σταυρόπουλος Γ., «Ο Τέλλος Άγρας και η εποχή του», Νέα ΕστίαΛΗ΄, 12/1945, αρ.443, σ.1080.
• Στεργιόπουλος Κώστας, Η ποίηση και το πνεύμα μιας εποχής · Ο Τέλλος Άγρας και το πνεύμα της παρακμής. Αθήνα, Εστία, 1958.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Ο επιστολογράφος Άγρας και το τελευταίο κρίσιμο γράμμα του», Νέα Εστία96, ετ.ΜΗ΄, 1η/12/1974, αρ.1138, σ.1800.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Τα Κριτικά του Άγρα και τα εκδοτικά τους προβλήματα», Τέλλος Άγρας · Κριτικά · Πρώτος τόμος · Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ.9-28. Αθήνα, Ερμής, 1980.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Τέλλος Άγρας · 1899-1944», Η ελληνική ποίηση · Η ανανεωμένη παράδοση, σ.353-358. Αθήνα, Σοκόλης, 1980.
• Χρυσάνθης Κύπρος, «Ο Τέλλος Άγρας και τα απραγματοποίητα ταξίδια του στην Κύπρο», Νέα Εστία95, ετ.ΜΗ΄, 15/5/1974, αρ.1125, σ.669-673.
Αφιερώματα περιοδικών
• Νέα Εστία36, ετ.ΙΗ΄, 12/1944, αρ.419-420, σ.915-935.
• Νέα Εστία44, ετ.ΚΒ΄, 15/11/1948, αρ.513, σ.1428-1432.
• Νέα Εστία 56, ετ.ΚΗ΄, 15/11/1954, αρ.657.
• Νέα Εστία96, ετ.MH΄, 1η/12/1974, αρ.1138.
• Ελληνική ΔημιουργίαΙΓ΄, 1η-15/6/1954, αρ.152.
• Διαβάζω104, 17/10/1984.
• Η Λέξη51, 1/1986.

Εργογραφία
(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Τα Βουκολικά και τα Εγκώμια · Το φθινοπωρινό ειδύλλιο – Βουκολικά – Μεταφράσεις – Τα Εγκώμια – Παραφωνίες – Σπουδές – Μπαλάντες – Καθημερινές · 1917-1924 · Οριστικά χειρόγραφα. Αθήνα, Δημητράκος, 1934.
• Καθημερινές · Το σπίτι κ’ η γειτονιά – Αττική – Αγάπη · 1923-1930 · Οριστικά χειρόγραφα. Αθήνα, Δημητράκος, χ.χ.
• Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας · Επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Φέξης, 1965.
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Jean Moreas, Οι Στροφές. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921.
• Jean Moreas, Επιλογή από το ποιητικό του έργο. Αθήνα, Ζηκάκης, 1926.
ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Βουκολικά και εγκώμια και καθημερινές• Επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Εστία, ;
• Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας• επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Εστία, ;
• Κριτικά πρώτος τόμος· Καβάφης – Παλαμάς · Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1980.
• Κριτικά δεύτερος τόμος · Ποιητικά πρόσωπα και κείμενα · Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1981.
• Κριτικά τρίτος τόμος · Μορφές και κείμενα της πεζογραφίας· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1984.
• Κριτικά τέταρτος τόμος · Γενικά και ειδικά θέματα· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1995.
• Επιλογή απ’ τα ποιήματα· Επιμ. – Ανθολ. Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1996.
Επιπλέον Πληροφορίες
Αρχείο του λογοτέχνη υπάρχει στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)
Αμάξι στη βροχή
Ώρα προσμένει μοναχή
η άμαξα κάτω απ’τη βροχή,
και δεν τη μέλει,
κι είναι σα να την τυραννά
πιότερη η ξένη γειτονιά
που δεν τη θέλει.

Τ’αλογατάκια της, σιμά,
κάτω απ’τον ίδιο μουσαμά
κάνουν καρτέρι,
στον τόπο αυτόν, τον θλιβερό,
πράμα δε μένει από καιρό,
να το’χουν ταίρι.

Γρίλιες δεν είναι, μήτε αυλές
περικοκλάδες βαθουλές,
δεν έμειν’ένα
απ’τα φανάρια στη σειρά
με τα δυο μπρούτζινα φτερά,
τα σταυρωμένα.

Τ’ανώφλια επέσαν κι οι αγκωνιές
κι οι ανεμοπέραστες, στενές,
οι γαλαρίες
κι έφυγαν έντρομες, πολλές
κι οι θύμησες, σαν τις καλές,

σεμνές κυρίες.
Άδεια βιτόρια και φτωχή,
πάρε μου εμένα την ψυχή,
πάρε με εμένα
για ταξιδιώτη σου, κι ευθύς
πάμε, όθε κίνησες να’ρθεις,
στα Περασμένα.

Carriole sous la pluie
Il y a longtemps qu’attend, esseulée,
La carriole sous la pluie
Et elle s’en fiche
C’est comme si la tourmente
Encore plus cet étrange quartier
Qui ne veut d’elle.

Ses petits chevaux, côte à côte
Sous le même ciré,
Patientent.
En ce triste lieu,
Il n’y a plus rien, de longtemps,
Qui leur soit familier.

Plus de grilles, ni de cours
Compliquées et profondes,
Plus un seul
Des reverbères alignés
Aux deux ailerons de bronze
Entrecroisés.

Ecroulés linteaux, et encoigures,
Et venteux et étroits
Balcons.
Ils ont fui, apeurés, les nombreux
Souvenirs, comme les douces,
Et dignes dames.

Vide et pauvre victoria
Emporte mon âme,
Prends moi
Ton passager, et sans délai
Allons, là d’où tu viens,
Dans le Passé.