Λουίτζι Μερκαντίνι (Luigi Mercantini): Αντίο ωραία Ζάκυνθος

24grammata.com/ ιστορία της Λογοτεχνίας/ ιταλικά

segue testo in Italiano

Luigi Mercantini (1821–1872)
“ο ουρανός μού ΄κανε δώρο
μια λεύτερη καρδιά”

Ο ιταλός ποιητής Λουίτζι Μερκαντίνι, μετά την συμμετοχή του στην υπεράσπιση της Ανκόνας από την επίθεση των Αυστριακών που κατέλαβαν την πόλη με βομβαρδισμό, φθάνει εξόριστος στην Κέρκυρα τον Ιούλιο του 1849, και μετά από οκτώ μήνες αναχωρεί για την Ζάκυνθο όπου παραμένει μέχρι τον Ιούλιο του 1852, οπότε και επιστρέφει, μέσω Μάλτας, οριστικώς στην Ιταλία.

Αντίο ωραία Ζάκυνθος,
αντίο γοητευτικό νησί των αμπελιών
και της ελιάς, των πορτοκαλιών
και των λουλουδιών.
……….
Οδυνηρή για μένα η σκέψη πως
τις όμορφες πλαγιές σου ίσως δεν ξαναδώ.
Λιμάνι φιλικό υπήρξες για τον φτωχό εξόριστο
και με τη γλυκεία σου υποδοχή, του παρηγόρησες
τον πόνο τριών ετών.
Σ’ ευχαριστώ!
……….
Αιώνια ας είν’ σε σένα της φύσης η γιορτή,
και ας στολίζει πάντα το πέτο και την κόμη
των κοριτσιών σου, το λευκό και το γαλάζιο.
Ας είν’ ακόμη, στους λόφους και τ’ ακρογιάλια σου
το θριαμβευτικό ελληνικό λάβαρο, Λευτεριά
να φανερώνει.
Αντίο Ζάκυνθος, αντίο ευγενές λίκνο
του αοιδού των χαρίτων και των τάφων.

μτφ: Διονύσης Κλαυδιανός

Ο Λουίτζι Μερκαντίνι, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στους εκπροσώπους της ιταλικής λυρικής ποίησης, με έργο πατριωτικής έμπνευσης, γεννήθηκε στο γραφικό Ριπατρανσόνε, έναν μικρό δήμο με πλούσια ιστορική και καλλιτεχνική κληρονομιά, που κατοικείται από τους προϊστορικούς ακόμα χρόνους και που βρίσκεται 70 χλμ νοτιοανατολικά της Ανκόνας, ενώ απέχει 12 χλμ. από την ακτή της Αδριατικής.

Από τον Περίπλου, έτος 17 – τ.50/2001
Γράφει ο Διονύσης Κλαυδιανός:

Λένε πολλοί πως οι τέχνες, τα γράμματα, η ποίηση, η μουσική, ο πολιτισμός καταργούν τα σύνορα και φέρνουν πιο κοντά τους ανθρώπους. Αναμφίβολα έχουν δίκιο!

Μια απόδειξη, από τις πολλές που μπορούν να παρατεθούν, είναι και αυτή του Ιταλού ποιητή «άγνωστου» στο ευρύ κοινό της Επτανήσου του σήμερα Λουίτζι Μερκαντίνι που έζησε ως πρόσφυγας 8 μήνες στην Κέρκυρα και τρία χρόνια σχεδόν στη Ζάκυνθο, έως το 1852.

Ο Μερκαντίνι γεννήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου του 1821 στο Δήμο Ριπατραντσόνε της επαρχίας Άσκολι Πιτσένο (πέθανε το 1861) και έγινε κληρικός. Στη συνέχεια όμως το ανήσυχο πνεύμα του και η φιλομάθειά του τον ανάγκασαν να αποβάλει τα ράσα και να γίνει δάσκαλος, διδάσκοντας ως τις αρχές του 1849. Την εποχή εκείνη η Ιταλία συγκλονίζεται από πολιτικά κινήματα, επαναστάσεις και στενάζει κάτω από την αυστριακή κατοχή. Ο Μερκαντίνι και πολλοί άλλοι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής ευαισθητοποιούνται και συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά κινήματα με αποτέλεσμα να εξαναγκασθούν να φύγουν από την Ιταλία. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι την εποχή εκείνη οι Έλληνες φοιτούσαν σχεδόν αποκλειστικά στην Ιταλία κυρίως δε στα πανεπιστήμια της Πάδοβας, της Πίζας και της Παβίας (όπου σπούδασε και ο Σολωμός). Μόλις το 1848 εξερράγη η επανάσταση, πολλοί Έλληνες φοιτητές άφησαν τις σπουδές και πήραν τα όπλα κατά των Αυστριακών, πολεμώντας σε Αγκώνα, Μπολόνια και Φάνο. Διακρίθηκαν οι Νικ. Φωκάς, Παπούλης, Κουρκουμέλης και Διον. Λεονταράκης, ο οποίος μάλιστα για τη γενναιότητά του διορίστηκε από τους Ιταλούς επαναστάτες κυβερνήτης του Φάνο!

Η επανάσταση αυτή βέβαια απέτυχε και οι φοιτητές κατέφυγαν στα Ιόνια Νησιά όπου οργάνωσαν την περίθαλψη Ιταλών φυγάδων. Περισσότεροι από διακόσιοι αξιωματικοί, καθηγητές, ποιητές και συγγραφείς κατέφυγαν από τα τέλη του 1848 μέχρι τις αρχές του 1849 στην Κέρκυρα. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονται ο πρόεδρος της Βενετικής Δημοκρατίας Λουδοβίκος Μανίν, ο διάσημος συγγραφέας Θωμαζαίος, οι ποιητές Ρεγκάλδι και Μερκαντίνι, ο στρατηγός Γουλιέλμος Πέπε, ο συνταγματάρχης Ζαμπεκάρη και άλλοι. Ο ελληνικός λαός υποστήριζε και βοηθούσε όπως μπορούσε τους φυγάδες, έτσι οι εξόριστοι Ιταλοί σε επικοινωνίες με την πατρίδα τους εκθειάζουν την «αδελφική αγάπη των Ελλήνων». Χαρακτηριστικά η εφημερίδα «Ομόνοια» του Τορίνο του Λορέντζο Βαλέριο (ο οποίος απεκαλείτο Δαντών του Πεδεμοντίου) στις 31 Δεκεμβρίου του 1849 έγραφε τα εξής: «Η Ελλάς καίτοι μαστιζομένη από παλαιάς βαρείας πληγάς, άνοιξε διάπλατες τας πύλας των πόλεών της εις τους εξόριστους αυτούς και τους εκάλεσε εις το τραπέζι με αγάπη αδελφής. Με δάκρυα ευγνωμοσύνης υποδεχόμεθα αυτό το δώρον το οποίον οι απόγονοί μας θα ενθυμούνται με αίσθημα θαυμασμού».

[….] Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της εποχής ο Μερκαντίνι φτάνει στις 2 Ιουλίου 1849 στην Κέρκυρα. Μένει εκεί και περνάει ένα δύσκολο χειμώνα γράφοντας 10 πατριωτικά άσματα Canti αφιερωμένα στη νεολαία του Ιονίου. Στην Κέρκυρα ο Μερκαντίνι διδάσκει για λίγους μήνες ιταλικά, τα χρήματα που παίρνει είναι λιγοστά κι έτσι, ύστερα από προτροπή του ιστορικού Ερμάννου Λούντζη (1806-1868), έρχεται στη Ζάκυνθο στις 6 Μαΐου 1850. Νοικιάζει ένα φτωχικό σπίτι και αρχίζει, τι άλλο(;), να γράφει ποιήματα. Για να ζήσει διδάσκει ιταλικά στην οικογένεια Λούντζη.

Ο Μερκαντίνι γνωρίζει τους ανθρώπους της Ζακύνθου και τις ομορφιές της και τα ποιήματά του αναφέρονται μέχρι το 1852 σ’ αυτούς. Γράφει για το Σπύρο Αλόστρο (1851), για το θάνατο της Κιάρας Μελισσηνού (1850), για το θάνατο του Ρομπέρτου Σάρτζιντ (12 Μαρτίου 1852) και επαινεί την ομορφιά της Ζακύνθου (1852) και του Πελούζου (Ιούλιος 1851). Επανεκδίδει το 1850 στο τυπογραφείο του Κωνσταντίνου Ροσσόλυμου τα πατριωτικά του ποιήματα Canti.

[….] Την εποχή εκείνη στην Ιταλία δεν υπήρχαν μεγάλοι πατριωτικοί ποιητές και έτσι ο Μερκαντίνι ήταν κύριος του πεδίου, αφού οι Manzoni, Berchet και Rossetti δεν έγραφαν πια. Στο ποιητικό του έργο υπάρχει έμπνευση αλλ’ όχι και η τέχνη εκείνη η οποία κάνει ένα ποίημα μεγάλο.

Πάντως το ποίημά του ο «Ύμνος στο Γαριβάλδη» είναι παντού γνωστό στην Ιταλία. Ο «άσημος» ποιητής, όταν η Ιταλία απέκτησε την ελευθερία της, έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου. Μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγεται και ο διάσημος γεωλόγος Art. Issel (ο οποίος τον αναφέρει στο βιβλίο του L’ isola d’ oro, 1896).

Ο τόπος καταγωγής του Μερκαντίνι, ο Δήμος Ριπατραντσόνε της Επαρχίας Άσκολι Πιτσένο, δεν ξέχασε τον ποιητή του αλλά ούτε και τη Ζάκυνθο που τον προστάτεψε! Έτσι πέρυσι, σε μια σεμνή τελετή στις 25 και 26 Μαίου και χωρίς δυστυχώς την παρουσία του Δήμου Ζακυνθίων (είχε προσκληθεί αλλά πού καιρός για τέτοια!) ένας κεντρικός δρόμος ονομάστηκε Via Zante!

Το διήμερο 25 – 26 Απριλίου φέτος είχα την τύχη και την τιμή να παρακολουθήσω προσκαλεσμένος τις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Δήμο του Σάπρι (Σαλέρνο) στον πανέμορφο Golfo di Policastro [φωτ.] (στην πάλαι ποτέ Μεγάλη Ελλάδα) για τον ποιητή L. Mercantini και την παρουσίαση του βιβλίου του I Canti.

Οι εκδηλώσεις έγιναν στο Sapri για να τιμηθεί ο ποιητής για το ποίημά του «Η θερίστρια του Σάπρι» που αναφέρεται στο θάνατο 300 νέων ανθρώπων το 1857. Ήταν μια ενδιαφέρουσα εκδήλωση την οποία παρακολούθησε αρκετός κόσμος των γραμμάτων καθώς και 50 άτομα από το Ριπατραντσόνε με επικεφαλής το Δήμαρχο Ubaldo Maroni και «πέρασε» στις μεγάλες ιταλικές εφημερίδες και στα ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε.

Όλοι οι ομιλητές έκαναν ιδιαίτερη αναφορά στο έργο του Μερκαντίνι στη Ζάκυνθο και «στους φιλόξενους και καλλιεργημένους κατοίκους της». Μάλιστα «ως ένα ελάχιστο ευχαριστώ προς τους φίλους της Ζακύνθου και τους Έλληνες», ο πανεπιστημιακός Emidio Diletti απάγγειλε το ποίημα του Μερκαντίνι για την Ελληνική Σημαία και καταχειροκροτήθηκε. Έτσι, ανταποδίδοντας το χαιρετισμό και τα καλά τους λόγια για τη Ζάκυνθο, διάβασα στροφές από το ποίημα του Μερκαντίνι «La Spicolatrice di Sapri» (Η θερίστρια του Σάπρι-ομώνυμος πολιτιστικός σύλλογος του Σάπρι) στα ελληνικά και μάλλον συγκινήθηκαν, αν κρίνουμε από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων τους και την τηλεοπτική κάλυψη που έλαβε το θέμα!

Φαίνεται λοιπόν πως ο πολιτισμός έχει τη δύναμη να καταργεί τα σύνορα! Ο «άγνωστος» ποιητής έφερε κοντά δύο Δήμους της Ιταλίας Ριπατραντσόνε-Σάπρι και τη Ζάκυνθο την οποία αγάπησε και τραγούδησε, ίσως τη Ζάκυνθο του χθες πριν τις πολύβουες συναλλαγματικές κερδοφόρες αφίξεις τσάρτερ, πριν τον τουρισμό!
… …

= = = = = =

Βιογραφικό από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη, έκδοσης 1928 (τ. 3ος):

Μερκαντίνι (Λουδοβίκος Mercantini). Ιταλός ποιητής (1821-1872). Εγένετο γνωστός ως συντάκτης του Γαριβαλδινού ύμνου. Κατά το 1849 κατέφυγεν, ως πολιτικός εξόριστος, εις Κέρκυραν και κατόπιν εις Ζάκυνθον, όπου εδημοσίευσεν ενθουσιώδη ύμνον εις την ελληνικήν σημαίαν, ως και δέκα πατριωτικά ποιήματα υπό τον τίτλον “Άσματα”. Τω 1852 επιστρέψας εις Ιταλίαν εγένετο καθηγητής της ιστορίας και φιλολογίας εις το Πανεπιστήμιον της Βολωνίας και είτα της ιταλικής φιλολογίας εις το του Παλέρμου. – Μ.Σ.

= = = = = =

– To ποίημα είναι από τον Περίπλου, έτος 17 – τ.50/2001
key-em.blogspot.com

 

Luigi Mercantini (Ripatransone 1821 – Palermo 1872)

Figlio del cagliese Domenico Mercantini, servitore e uomo di fiducia di monsignor Luigi Ugolini, e della ripana Barbara Morelli, di antica famiglia artigiana, il poeta nacque a Ripatransone nel 1821.

Nel 1824 si trasferì con la famiglia a Fossombrone al seguito del vescovo. Studiò nel seminario fossombronese; nel 1841 divenne bibliotecario della Biblioteca comunale, per assumere poi l?insegnamento di retorica ad Arcevia.
Si sposa nel 1845 con Anna Bruni; la moglie muore però dopo soli otto mesi per una malattia incurabile. Segnato da questo evento, Mercantini nondimeno si accende di entusiasmo per le riforme di papa Pio IX, salito al soglio pontificio nel 1846.
Nel 1849 partecipa alla difesa di Ancona assaltata dagli austriaci, e dopo la presa della città va in esilio nelle isole ioniche di Corfù e Zante. Là conosce altri noti esuli come Daniele Manin, Niccolò Tommaseo e Gabriele Pepe.

Rientra in Italia nel 1852. Si stabilisce a Torino dove fa parte degli ambienti patriottici piemontesi. Nel 1854 diviene docente di letteratura italiana nel Collegio femminile delle Peschiere; si risposa un’altra volta con Giuseppa De Filippi, giovane pianista di appena vent?anni. Dal matrimonio avrà cinque figli.

Nel 1856 diviene direttore di quello che potrebbe considerarsi come antesignano dei periodici femminili, “La Donna”; vi collaborano, tra gli altri, Niccolò Tommaseo e Francesco Dell’Ongaro.

Nel 1858 fa la conoscenza di Giuseppe Garibaldi, ed è Garibaldi stesso che lo invita a comporre un inno. Nasce così la Canzone Italiana, musicata da Alessio Olivieri, assai più nota come Inno di Garibaldi (Si scopron le tombe, si levano i morti?).
Busto e targa in onore di Luigi Mercantini sono visibili a Ripatransone

ritratto di Luigi Mercantini

Nel 1860 fonda un quotidiano, il “Corriere delle Marche” (l?odierno “Corriere Adriatico”); viene nominato docente di storia e di estetica all?Accademia delle Belle Arti di Bologna. Viene anche eletto deputato, ma la sua elezione viene annullata.

Nel 1865 è nominato docente di Letteratura italiana presso l?Università di Palermo. A Palermo fonda il giornale “La Luce” e continua a scrivere versi; nel capoluogo siciliano muore il 17 novembre 1872, e tuttora vi si trova la sua tomba.

Bibliografia: G. Falzone, Luigi Mercantini professore : con documenti inediti, Palermo, 1947: G. Munafò, Il poeta di Garibaldi: la vita e l’opera di Luigi Mercantini, Siracusa [ecc.], 1957; B. Lavagnini, Solomos e l’inno di Garibaldi, Roma, 1965; F. Bonasera, La tomba di Luigi Mercantini in Palermo, Faenza, 1966; G. Settimo, I congiunti e gli amici ripani di Luigi Mercantini, in: Iº centenario della morte di Luigi Mercantini, numero unico a cura di Enrico Liburdi, Civitanova Marche, 1972; I° Centenario della morte di Luigi Mercantini (1821-1872). Ripatransone, AP 2-3 giugno 1973. Atti del Convegno studi mercantiniani e cerimonie ufficiali, San Benedetto del Tronto, 1975; G. B. Furiozzi, Luigi Mercantini politico: dieci lettere inedite ad Ariodante Fabretti, “Bollettino della deputazione di storia patria per l’Umbria”, v. 73, fasc. 2; G. Falzone, Lettere di Luigi Mercantini a Giuseppe Pitré, Palermo, 1979; G. Giampieri, Sapri e dintorni. Spigolature : poesia e amor di patria, Pistoia, 2002;

www.bibliotecauniversitaria.ge.it