Α. Γλώσσα / Τέχνες

Α1. Ιστορία της Λογοτεχνίας Α2. Από τη Ζωή των Λέξεων Α3. Σύγχρονοι Λογοτέχνες Α4. Κινηματογράφος Α5. Θέατρο Α6. Φωτογραφία Α7. Ζωγραφική Α8. Μουσική Α9. Τραγούδι Α10. Μουσεία-βιβλιοθήκες Α11. Λόγος Α12. Εάν Α13. Μέση Ανατολή Α14. Ελπήνορες (άδοξοι δημιουργοί)

Β. Ιστορία

Β1. Αρχαιότητα Β2. Ιστορικά γεγονότα Β3. Ελλάδα 1821 – 1864 Β4. Ελλάδα 1940 – 1950 Β5. Ελλάδα 1967 – 1974 Β6. Ιστορικά ταξίδια Β7. Ιστορίες της Αθήνας Β8. Νυχτ. ζωή / Ιστορ. καφενεία Β9. Ιστορία του αυτοκινήτου Β10. Καστελόριζο Β11. Κύπρος Β12. Θρακικός ΑντίκΤυπος Β13. Βυζάντιο – Μεσαίωνας

Γ. Επιστήμη / Κοινωνική Ζωή

Γ1. Εκπαίδευση Γ2. Ειδική Εκπαίδευση Γ3. Θετικές επιστήμες Γ4. Ιατρική Γ5. Οικονομία Γ6. Πολιτική Γ7. Θρησκεία Γ8. Λαογραφία Γ9. Θέματα νεολαίας Γ10. Αθλητισμός Γ11. Φύση Γ12. Καλειδοσκόπιο Γ13. Πολιτικός Λόγος Γ14. Φύση και Στοχασμός

Δ. Ελληνισμός

Δ1. Ιστορία της ξενιτιάς Δ2. Θέματα αποδήμων Δ3. Καλλιτεχνική ζωή αποδήμων Δ4. Παλιννόστηση Δ5. Αλλοδαποί Ελληνόφωνοι Δ6. Η φυλή των Καλάς (Καλάσα) Δ7. Ελληνόφωνοι Κάτω Ιταλίας Δ8. ΜΜΕ Ομογένειας Δ9. Έλληνες Αμερικής Δ10. Έλληνες Αυστραλίας Δ11. Έλληνες Γερμανίας Δ12. Ξενόγλωσση Αρθρογραφία Δ13. Δημήτρης Τσαφέντας

Ε. Επικαιρότητα / free ebooks

Ε1. Επικαιρότητα Ε2. Βιβλιοπαρουσίαση Ε3. Αστικοί Μύθοι Ε4. Παυσίλυπος Λόγος Ε5. Ασήμαντα Πράγματα Ε6. Κύρια Ονόματα Ε7. Προσωπικότητες Ε8. 24grammata WebTV Ε9. Λογοτεχνικοί Διαγωνισμοί Ε10. Φωτογραφικά Albums Ε11. Free eBooks in Italiano Ε12. Ηλεκτρονικά Βιβλία (eBooks) Ε13. Free eBooks in English

Εκτυπώστε το άρθρο Εκτυπώστε το άρθρο
Στείλτε το άρθρο
Αρχική » 24γράμματα:, Ιστορία της Λογοτεχνίας, Φωτογραφία

Η ιστορία της φωτογράφισης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τον Παύλο Νιρβάνα

Προστέθηκε από

24grammata.com/ ιστορία της Λογοτεχνίας/ φωτογραφία

σε συνεργασία με τον έγκυρο ιστότοπο www.aspromavro.net

Η ιστορία της συγκεκριμένης φωτογραφίας (φωτογράφιση του Παπαδιαμάντη από τον Παύλο Νιρβάνα)

Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο περιοδικό “Νέα εστία”, το 1933, πως τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι του Παύλου Νιρβάνα

 

…Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβύσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ’ εκείνους που θα ‘ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ό αγνός αυτός χριστιανός, με τη ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. “Ου ποιήσεις σε αυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα” ήταν η άρνηση του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συγχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.

Με τί δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στον φακό μου. Να “ποζάρει” είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία…..

Αλλά ό Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει – ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος – να μιλεί γαλλικά: “Nous excitons la curiosite du public”.

Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος πού λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, πού ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περιέργεια” του. Κι’ αυτή ήταν η διαπόμπευση του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος,

Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι… μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια – στο τέλος του μαρτυρίου του.

Μήπως δεν ήταν, στ’ αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκόσμιων.

Και συλλογίζομαι τώρα τις εκατοντάδες των Γάλλων προσκυνητών της εταιρείας Μπυντέ, και των δικών μας του “Οδοιπορικού Συνδέσμου” , που πέρασαν το κατώφλι του ταπεινού του ερημητηρίου, όπου πλανάται τώρα η σκιά του στα γνώριμα καί αγαπητά της κατατόπια της ζωής του και της εργασίας του. Συλλογίζομαι την παράταξη των ναυτικών αγημάτων, που παρουσίασαν όπλα μπροστά στο μνημείο του. Συλλογίζομαι τις στολές, τα ξίφη, τις χρυσές επωμίδες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του νησιού του, για τη δόξα του. Συλλογίζομαι τους λόγους των επισήμων, τους εθνικούς ύμνους, τα στεφάνια της δάφνης, τις πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, που έπλεξαν με ήχους και χρωματα το εγκώμιο του. Συλλογίζομαι όλα αυτό το δοξαστικό πανηγύρι, και η σκέψη μου πετάει στο «Κοινόν» του ερημικού καφενείου της Δεξαμενής “ένα γκαρσόνι, ένας γεροντάκος, δυο λουστράκια” που ανησυχούσε, τη μακρυνή εκείνη μέρα ο μακαρίτης μήπως “ερεθίση την περιέργεια των”. Τι ανησυχία θα είχε νοιώσει τώρα, στα βάθη του ταπεινού τάφου όπου “αναπαύεται εν Χριστώ” ο χριστιανός ποιητής των ταπεινών, από το δοξαστικό αυτό θόρυβο; Καί πόσο θα βιαζότανε πάλι να τελειώσει; Αν σάλεψαν, από μυστικές αύρες, αυτή τη στιγμή, τα κυπαρίσσια του τάφου του, ένας στεναγμός θα βγήκε από το θρόισμα τους. Ένας ήχος, που θα ξαναψιθύριζε τα παλιά του εκείνα ανήσυχα και τόσο συμπαθητικά λόγια, σε μία γλώσσα που την εννοούσαν τώρα, γιατί ήταν δική τους , οι ευλαβητικοί προσκυνητές του της γαλλικής γης: ” Nous excitons la curiosite du public”.